Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Ιστορική νίκη για τα Χανιά η οριστική αποχώρηση της Belvedere από το Λόφο Καστέλι

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ - ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΝΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΧΑΝΙΑ Η ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ BELVEDERE ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΦΟ ΚΑΣΤΕΛΙ

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Η οριστική αποχώρηση της εταιρείας Belvedere από τον Λόφο Καστέλι, μετά την απόφαση του Πολυτεχνείου Κρήτης να μην ανανεώσει τη μεταξύ τους σύμβαση, αποτελεί μια ιστορική νίκη της δημοκρατικής πλειοψηφίας των Χανίων, της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των κινημάτων της πόλης.

Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει περίτρανα ότι απέναντι στην κρατική και αστυνομική καταστολή, τις εκκενώσεις της Κατάληψης Ρόζα Νέρα και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, ο οργανωμένος κι ανυποχώρητος αγώνας των σωματείων, των συλλογικοτήτων, των φορέων της Αριστεράς, των κινημάτων για δημόσιους, ελεύθερους χώρους, του αντιρατσιστικού-αντιφασιστικού κινήματος, μπορούν να βάλουν φραγμό στα σχέδια του κεφαλαίου.

Ο Λόφος Καστέλι σώθηκε από τα νύχια των funds και του real estate, καθώς κι από μια άνευ προηγουμένου καταστροφή, δικαιώνοντας όσους δεν λύγισαν και επέμειναν να διεκδικούν και να αναδεικνύουν τον δημόσιο, κοινωνικό και ιστορικό χαρακτήρα του μνημείου.

Αυτή η νίκη αποτελεί ταυτόχρονα ένα ηχηρό χαστούκι στην αυταρχική δημοτική διοίκηση Σημανδηράκη, η οποία, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, έχει μετατραπεί σε τροχονόμο των μεγαλοεργολάβων και των τουριστικών ομίλων. Η δημοτική αρχή οργανώνει συστηματικά τον διωγμό των μόνιμων κατοίκων από τις γειτονιές τους, προωθώντας μια επιθετική πολιτική εξευγενισμού (gentrification) που μετατρέπει τα Χανιά σε ένα αποστειρωμένο, τουριστικό θεματικό πάρκο για λίγους. Από την τσιμεντοποίηση των ελεύθερων χώρων και τις εργολαβίες, μέχρι τον αυταρχικό κατήφορο και τις επιθέσεις ενάντια σε όποιον αντιστέκεται, ο Δήμος Χανίων λειτουργεί ως ο πολιορκητικός κριός ενάντια στα δικαιώματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας της πόλης.

Το πλήγμα που δέχτηκαν τα επενδυτικά σχέδια στον Λόφο Καστέλι πρέπει να γίνει -και θα γίνει- η αφετηρία για να κλιμακώσουμε τους αγώνες μας, με στόχο να τα πάρουμε όλα πίσω. 
Η νίκη αυτή μας δείχνει τον δρόμο για να εξασφαλίσουμε και να διατηρήσουμε τον δημόσιο χαρακτήρα του Λόφου Καστέλι και του κτιρίου της Παλιάς Μεραρχίας, για να παλέψουμε ενάντια στο οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα που μαστίζει τα Χανιά, όπου η ασύδοτη κερδοσκοπία των τραπεζών, τα Airbnb και η έλλειψη δημόσιας μέριμνας έχουν μετατρέψει την εύρεση στέγης σε εφιάλτη για εργαζόμενους, φοιτητές και εκπαιδευτικούς. Διεκδικούμε άμεσα μέτρα για τη στέγαση, προστασία των ελεύθερων χώρων και του πρασίνου, δωρεάν πρόσβαση σε κοινωνικές δομές και υγεία.

Μέσα από τη μαζική δράση των σωματείων και των συλλογικοτήτων, παλεύουμε για την ανατροπή της κυβέρνησης των ιδιωτικοποιήσεων, της φτώχειας και του πολέμου όπως και των τοπικών της υποστηρικτών, για μια πόλη που θα ανήκει σε αυτούς που ζουν και μοχθούν σε αυτήν, και όχι στα κέρδη του επιχειρηματικού και τουριστικού κεφαλαίου.

Η Ανταρσία στα Χανιά είμαστε περήφανοι που συμμετείχαμε, μαζί με πολλούς άλλους μαζικούς φορείς και ανεξάρτητους αγωνιστές, τόσο στην πόλη των Χανίων όσο και πανελλαδικά, στα κινήματα και στις διαδηλώσεις υπεράσπισης του Λόφου Καστέλι, δίνοντας ταυτόχρονα τη μάχη για την υπεράσπιση συνολικά των δημόσιων χώρων, μέσα και έξω από το Δημοτικό Συμβούλιο.

Χανιά, 1.8.2026


 

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Οι σύνεδροι του Economist είναι ανεπιθύμητοι στα Χανιά - Κάτω τα χέρια από τις πόλεις και το περιβάλλον


 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ – ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

ΟΙ ΣΥΝΕΔΡΟΙ ΤΟΥ ECONOMIST ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ – ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ – ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΜΑΣ

Κινητοποίηση: Παρασκευή 29/5, στις 9:00 π.μ., στην πλατεία Σπλάντζιας (Πλατεία 1821)

Η διεξαγωγή της ημερίδας «Investing in Change: Crete in Transition» από το περιοδικό The Economist στις 29 Μαΐου στα Χανιά, με τη στήριξη της Περιφέρειας Κρήτης και του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης, δεν αποτελεί μια ουδέτερη «αναπτυξιακή συζήτηση» αλλά μια πολιτική τελετή νομιμοποίησης ενός ήδη σε εξέλιξη σχεδίου συνολικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης της Κρήτης, όπου οι ενεργειακές υποδομές, τα τουριστικά μεγα-έργα, οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας γης και υποδομών, καθώς και η πλήρης εμπορευματοποίηση της κατοικίας και του φυσικού περιβάλλοντος συγκροτούν ένα ενιαίο πλέγμα εκμετάλλευσης που μετατρέπει το νησί σε κόμβο κερδοφορίας για εγχώρια και διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα. Με τη σειρά τους, ο Δήμος Χανίων και η διοίκηση Σημανδηράκη, μαζί με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και την Περιφέρεια Κρήτης αποτελούν τους βασικούς πολιτικούς εκφραστές και εγγυητές αυτής της στρατηγικής, ως ενεργοί σχεδιαστές και υλοποιητές της, μέσα από τις πολεοδομικές παρεμβάσεις, τις τουριστικές αναπλάσεις, τις ενεργειακές αδειοδοτήσεις και τη συστηματική εκχώρηση του δημόσιου χώρου και των υποδομών στο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Στον πυρήνα αυτής της πολιτικής βρίσκεται η ενεργειακή «μετάβαση», η οποία στην πραγματικότητα δεν αφορά την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, ούτε την ενεργειακή επάρκεια του νησιού, αλλά τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου μεταφοράς και παραγωγής ενέργειας για λογαριασμό μεγάλων ομίλων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Νέα Γραμμή Υψηλής Τάσης Χανιά – Δαμάστα και την ανεξέλεγκτη επέκταση αιολικών εγκαταστάσεων, οι οποίες προωθούνται από την κυβέρνηση και την Περιφέρεια ως «πράσινη ανάπτυξη» ενώ συνοδεύονται από εκτεταμένη περιβαλλοντική καταστροφή, με εκατοντάδες στρέμματα δασικών εκτάσεων να θυσιάζονται, συμπεριλαμβανομένων προστατευόμενων περιοχών Natura, την ώρα που οι πραγματικές ενεργειακές ανάγκες της Κρήτης παραμένουν πολλαπλά χαμηλότερες από τις υποδομές που σχεδιάζονται, γεγονός που αποκαλύπτει τον εξαγωγικό και κερδοσκοπικό χαρακτήρα του σχεδίου.

Ο Δήμος Χανίων υπό τη διοίκηση Σημανδηράκη, σε πλήρη σύμπλευση με την κυβερνητική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας και με τη στήριξη της Περιφέρειας Κρήτης και σύμφωνα με τα πρότυπα της ΕΕ, προωθεί ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αστικών αναπλάσεων και «εκσυγχρονισμού» που στην πράξη σημαίνει ριζικό εξευγενισμό, τουριστικοποίηση και εκτόπιση των εργατικών στρωμάτων από τις γειτονιές τους, μέσα από έργα όπως η αναδιαμόρφωση της πλατείας 1866, οι πεζοδρομήσεις που μειώνουν τον δημόσιο χώρο για τους κατοίκους. Παράλληλα, η μετατροπή της Δημοτικής Αγοράς σε χώρο υψηλού εμπορικού κόστους και η συνολική αναδιάταξη του κέντρου της πόλης προς όφελος του τουριστικού κεφαλαίου, ενώ αντίστοιχες διαδικασίες εξελίσσονται και στις γειτονιές μέσω της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης της βραχυχρόνιας μίσθωσης και της μετατροπής της κατοικίας σε επενδυτικό προϊόν, έχουν ως αποτέλεσμα την εκτόξευση των ενοικίων και τον συστηματικό εκτοπισμό της εργαζόμενης πλειοψηφίας, των φοιτητών και των φτωχών ανθρώπων.

Η ίδια πολιτική εξευγενισμού και εκποίησης αποτυπώνεται και στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, όπου η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μέσω της ΕΤΑΔ και του Υπερταμείου, με την πλήρη αποδοχή και στήριξη της Περιφέρειας Κρήτης και τη σιωπηρή ή ενεργή συνενοχή της δημοτικής αρχής Χανίων όπως και των υπόλοιπων δήμων της περιοχής μας, προωθεί την ιδιωτικοποίηση ιστορικών και δημόσιων κτιρίων όπως το «Ψυγείο» δίπλα στη Δημοτική Αγορά, ενώ παράλληλα δρομολογούνται μεγάλες ξενοδοχειακές επενδύσεις στο Ακρωτήρι, στη Σούγια και σε άλλες περιοχές, αποκαλύπτοντας ότι ο δημόσιος χώρος δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό αλλά ως πεδίο απόδοσης κέρδους. Την ίδια στιγμή που μνημεία όπως το Φρούριο Ιτζεδίν αφήνονται να καταρρεύσουν μέσα από τη γνωστή τακτική της υποχρηματοδότησης, των καθυστερήσεων και της «αξιοποίησης» που καταλήγει στην αποδόμηση του δημόσιου χαρακτήρα τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελεύθεροι χώροι της πόλης, όπως ο Λόφος Καστέλι, το πρώην Στρατόπεδο Μαρκοπούλου και το Πάρκο Ειρήνης και Φιλίας, το οικόπεδο της ΑΒΕΑ μετατρέπονται σε πεδία σύγκρουσης όπου ο Δήμος Χανίων -κατά παράβαση κάθε δεοντολογίας και χωρίς σεβασμό στα αιτήματα της χανιώτικης κοινωνίας- προωθούν είτε άμεσες είτε έμμεσες μορφές ιδιωτικοποίησης, ΣΔΙΤ και εμπορικής αξιοποίησης, επιβεβαιώνοντας ότι ο στρατηγικός στόχος δεν είναι η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων αλλά η μετατροπή της πόλης σε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, όπου κάθε ελεύθερη έκταση, κάθε δημόσια δομή και κάθε κοινωνική λειτουργία υποτάσσεται στη λογική της απόδοσης και της κερδοφορίας για το ντόπιο και διεθνές κεφάλαιο.

Η κρίση στέγης που βιώνουν τα Χανιά αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, καθώς η πλήρης κυριαρχία της βραχυχρόνιας μίσθωσης, η απουσία δημόσιας στεγαστικής πολιτικής, η διάλυση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και η ανεξέλεγκτη αγορά ακινήτων έχουν μετατρέψει την κατοικία από κοινωνικό δικαίωμα σε χρηματοπιστωτικό προϊόν, με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να θεσμοθετεί και να ενισχύει αυτό το καθεστώς, τον Δήμο Χανίων να το αποδέχεται και να το ενισχύει μέσω της τουριστικής στρατηγικής του και την Περιφέρεια να το εντάσσει στη λογική της «ανάπτυξης», οδηγώντας σε μαζική εκτόπιση εργαζομένων και νεολαίας από την ίδια τους την πόλη.

Η διάλυση των εργασιακών σχέσεων και η γενικευμένη ελαστικοποίηση της εργασίας αποτελούν οργανικό κομμάτι αυτού του μοντέλου «ανάπτυξης», με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να θεσμοθετεί εξαντλητικά ωράρια και καθεστώτα εργασιακής εξόντωσης, όπως τα 13ωρα, να διατηρεί μισθούς φτώχειας και να επιχειρεί να διαχειριστεί τη μαζική φτωχοποίηση μέσω επιδοματικών πολιτικών και «κουπονιών πείνας», την ώρα που ο τουρισμός, η εστίαση και συνολικά οι βασικοί κλάδοι της τοπικής οικονομίας στηρίζονται όλο και περισσότερο στη φτηνή, επισφαλή και αναλώσιμη εργασία. Παράλληλα, η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή στραγγαλίζεται συστηματικά προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα μεγάλα τουριστικά, ενεργειακά και κατασκευαστικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα οι ντόπιοι παραγωγοί να οδηγούνται στο περιθώριο, η γη να αλλάζει χρήση προς όφελος των επενδυτικών σχεδιασμών και η διατροφική και παραγωγική βάση της Κρήτης να υποτάσσεται πλήρως στις ανάγκες της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Την ίδια στιγμή, η στρατιωτική βάση της Σούδας εντάσσεται ενεργά στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και στις πολεμικές επιχειρήσεις της αμερικανοΝΑΤΟϊκής στρατηγικής στην περιοχή, με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να αναλαμβάνει πλήρως τον ρόλο του συμμάχου και διεκπεραιωτή αυτών των σχεδίων, μετατρέποντας την Κρήτη σε προκεχωρημένο στρατιωτικό κόμβο με άμεσους κινδύνους για τον λαό, ενώ η Περιφέρεια και η δημοτική αρχή σιωπούν και συναινούν, εντάσσοντας ακόμη και αυτή τη στρατιωτικοποίηση στο αφήγημα της «γεωστρατηγικής αναβάθμισης». Σε όλα τα παραπάνω προστίθεται η ρατσιστική και αντιμεταναστευτική πολιτική που εφαρμόζεται σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, με τη δημιουργία καθεστώτων εγκλεισμού, αποτροπής και απομόνωσης για πρόσφυγες και μετανάστες, όπου Δήμος, Περιφέρεια και κυβέρνηση, αντί να εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες φιλοξενίας και ένταξης, αναπαράγουν τις πολιτικές της ΕΕ που μετατρέπουν τους ανθρώπους σε αντικείμενα διαχείρισης και αποκλεισμού, ενισχύοντας έτσι τον κοινωνικό κατακερματισμό και τον ρατσισμό ως εργαλείο πειθάρχησης παρέχοντας τη δυνατότητα στην ακροδεξιά να εμφανίζεται ως δύναμη αντίστασης. Με τις ρατσιστικές πολιτικές νομιμοποιούν τα εγκλήματα της Αστυνομίας και του Λιμενικού σε βάρος των μεταναστών από τα Αστυνομικά τμήματα μέχρι την Πύλο. Την ίδια ώρα, στοχοποιούν τον Τζαβέντ Ασλάμ, πρόεδρο της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδος η “ΕΝΟΤΗΤΑ” και προχωρούν σε ανάκληση του ασύλου για να τον φιμώσουν επειδή καταγγέλλει τα ρατσιστικά εγκλήματα.

Μέσα σε αυτό το συνολικό πλαίσιο, το συνέδριο του Economist λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός συγκάλυψης και νομιμοποίησης μιας βαθιά ταξικής πολιτικής που εφαρμόζεται ήδη από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, την Περιφέρεια Κρήτης και τη δημοτική αρχή Χανίων, παρουσιάζοντας ως «μετάβαση» μια διαδικασία που στην πραγματικότητα σημαίνει εκτεταμένη λεηλασία δημόσιου πλούτου, περιβαλλοντική καταστροφή και κοινωνική εκτόπιση.

Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε διαμαρτυρία συμβολικού χαρακτήρα ούτε διαχειριστική πίεση, αλλά η συγκρότηση ενός μαζικού, οργανωμένου και διαρκούς εργατικού και κοινωνικού κινήματος, με προοπτική απεργιακής κλιμάκωσης διαρκείας και πολιτικής ανατροπής της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και της πολιτικής που εκπροσωπεί, καθώς μόνο μέσα από μια τέτοια ρήξη μπορεί να τεθεί πραγματικά ζήτημα υπεράσπισης της γης, της κατοικίας, του περιβάλλοντος και του δημόσιου χώρου απέναντι στη συστηματική μετατροπή τους σε εμπορεύματα.

Η κινητοποίηση της 29ης Μαΐου στα Χανιά αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα στη μαζικοποίηση και στον συντονισμό των αντιστάσεων, καθώς συμπυκνώνει τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αντιθετικά σχέδια: από τη μία την πλήρη εμπορευματοποίηση της ζωής και της καθημερινότητας, από την άλλη την υπεράσπιση των αναγκών της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Να είμαστε όλοι/ες και όλα εκεί!

Οι αγώνες για την υπεράσπιση της ζωής μας, του νησιού, των πόλεων και των χωριών μας προϋποθέτουν σύγκρουση με τις κεντρικές επιλογές της κυβέρνησης, του κεφαλαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι στα αντεργατικά προγράμματα, την πολεμική οικονομία και τη συνολική πολιτική που μετατρέπει τη γη, την ενέργεια, την κατοικία και το περιβάλλον σε πεδία κερδοφορίας για μια χούφτα επιχειρηματικών ομίλων. Αγωνιζόμαστε για την απεμπλοκή της Ελλάδας από τα πολεμικά μέτωπα και το κλείσιμο της βάσης της Σούδας, ενάντια στη μετατροπή της Κρήτης σε στρατιωτικό και ενεργειακό κόμβο των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Διεκδικούμε εργατικό και κοινωνικό έλεγχο στην ενέργεια, γιατί η ενέργεια δεν είναι εμπόρευμα αλλά κοινωνικό αγαθό και οι δυνατότητες κάλυψης των κοινωνικών αναγκών χωρίς περιβαλλοντική καταστροφή υπάρχουν ήδη, αρκεί να αφαιρεθεί ο έλεγχος από την κερδοσκοπία του ιδιωτικού κεφαλαίου και το σύστημα που τη στηρίζει.

Ο τόπος ανήκει σε όσους ζουν και εργάζονται σε αυτόν και όχι στα funds, στους μεγαλοξενοδόχους, στην τοπική διοίκηση και στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που επιβάλλουν την ασυδοσία της αγοράς. Για την ανατροπή της πολιτικής και της κυβέρνησης της ΝΔ, για τη ρήξη και αποδέσμευση από τη δήθεν «πράσινη» Ευρωπαϊκή Ένωση.

Χανιά, 28/5/2026